Ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα

 

Πολλές είναι οι αναφορές στην ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, έτσι ώστε πολλοί μελετητές να πιστεύουν ότι ήταν κάτι διαδεδομένο. Οι αναφορές στον Όμηρο για τη φιλία Αχιλλέα και Πατρόκλου, ειδικά ο θρήνος του πρώτου για το χαμό του συντρόφου του, κάνουν πολλούς να πιστεύουν ότι ήταν ερωτικό ζευγάρι. Οι απόψεις ενισχύονται από το μύθο για τον έρωτα του Δία για το Γανυμήδη.

Στην αρχαία Αθήνα θεωρείται κομμάτι του "παιδαγωγικού έρωτος", κατά τον οποίο ο δάσκαλος δεν είχε μόνο πνευματικό ενδιαφέρον για το μαθητή. Διαδεδομένη είναι και η αντίληψη ότι μεγαλύτερης ηλικίας Αθηναίοι πήγαιναν στα γυμναστήρια, όπου οι έφηβοι γυμνάζονταν γυμνοί (εξ ου και η λέξη), για να τους θαυμάσουν και να βρουν εραστές. Στη Σπάρτη και στις δωρικές κοινωνίες πιστεύεται ότι ήταν τμήμα της ζωής των στρατιωτών και αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής ζωής.

Η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν "ελεύθερη", αλλά κωδικοποιημένη σύμφωνα με αυστηρούς κανόνες, που απέκλειαν όχι μόνο την ένωση μεταξύ δούλων και ελεύθερων, αλλά επίσης την παθητική ηδονή και την πορνεία, καθώς και κάθε σχέση που στηριζόταν μόνο στην ηδονή και δεν είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα. Οι περιορισμοί αυτοί ωστόσο εγγραφόταν στο πλαίσιο των αστικών νόμων, δεν αμφησβιτούσαν τον "φυσικό" χαρακτήρα της ομοφυλοφιλίας, εξέφραζαν αντίθετα την πρόθεση να επιβληθούν όρια στην εξάπλωση ενός ενστίκτου που θεωρούνταν "επικίνδυνα φυσικό" και έπρεπε να τεθεί σε σοβαρό έλεγχο, προς το συμφέρον όλων.

Οι Έλληνες δεν αναζήτησαν ποτέ "αιτίες" για την ομοφυλοφιλία, ούτε ποτέ κατέβαλαν καμία προσπάθεια για να την εξηγήσουν, πράγμα που σημαίνει ότι τη θεωρούσαν, όπως ο Αριστοφάνης, τόσο λίγο παράξενη όσο και την επιθυμία να πίνει κανείς, να τρώει και να γελάει.

Ο Μισέλ Φουκώ στο βιβλίο του L' usage de plaisir (κεφάλαιο ΙV, 1), από βιβλία ιστορικών σχετικά με τα ήθη των αρχαίων, βγάζει το συμπέρασμα ότι η οροθετική, ηθική γραμμή στην Ελλάδα, δεν περνούσε ανάμεσα στους ομοφυλόφιλους και τους ετεροφυλόφιλους, αλλά ανάμεσα στους εγκρατείς και τους έκφυλους. Το να μην μπορείς να αντισταθείς στα αγόρια δεν ήταν περισσότερο σοβαρό από το να ενδίδεις στα θέλγητρα μιας γυναίκας και μόνο η έλλειψη αυτοελέγχου επέσυρε την αποδοκιμασία. Αντίστροφα, για να εγκωμιάσουν την εγκράτεια ενός άντρα, υπογράμμιζαν ότι ήταν ικανός να απέχει τόσο από τα αγόρια όσο κι από τις γυναίκες.

Ορισμένοι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν απόλυτα φυσική την έλξη που δοκιμάζει ένα ανθρώπινο ον από την ομορφιά ενός άλλου ατόμου, όποιο κι αν είναι το φύλο του. Ο ρήτορας Αισχύνης όταν επικαλείται τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα σ' έναν άντρα κι ένα παιδί, αναφέρει τις συμπεριφορές που υπακούουν στις ανάγκες της φύσης. (Κατά Τιμάρχου, 138).

Ο ιστορικός Ξενοφών βάζει τον τύραννο Ιέρωνα να λέει: Ο έρωτάς μου για τον Δαΐλαχο συνδέεται ίσως με την ανθρώπινη φύση που μας αναγκάζει ν' αναζητούμε τα πλάσματα που είναι ωραία, αλλά διακαής μου επιθυμία είναι να μη χρωστώ το αντικείμενο των πόθων μου παρά στον έρωτά του για μένα και στην ελεύθερη βούλησή του. (Ιέρων, Ι, 33).

Ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης χαρακτηρίζει φυσική αναγκαιότητα την ομοφυλόφιλη επιθυμία, τοποθετώντας την δίπλα στην ετεροφυλόφιλη επιθυμία, την επιθυμία να φάμε, να πιούμε, να γελάσουμε. (Νεφέλες, 1075). Ο τραγικός Ευριπίδης δεν βρίσκει καλύτερο τρόπο να δικαιολογήσει τον Λάιο που απήγαγε τον νεαρό Χρύσιππο, απ' το να τον βάλει να λέει: Τα υπολόγισα όλα, αλλά η φύση με ανάγκασε να το κάνω. (Απόσπασμα, 840).

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης εκφράζει για την ανθρώπινη φύση, την απαλλαγμένη από κάθε ηθική εκτίμηση, κρίση για την ομοφυλοφιλία: Όταν αιτία είναι η φύση, κανείς δεν θα ονόμαζε αυτά τα άτομα ανήθικα, όπως δεν ονομάζει ανήθικες τις γυναίκες επειδή έχουν παθητικό και όχι ενεργητικό ρόλο κατά την ερωτική συνομιλία. (Ηθικά Νικομάχεια, 7, 5, 3).

Ο ηθικολόγος Πλούταρχος αναφέρει: Ο ευγενής εραστής της ομορφιάς νιώθει έρωτα για κάθε πλάσμα εξαιρετικό και με υπέροχα φυσικά χαρίσματα, χωρίς να τον σταματάει καμιά διαφορά φυλετικού χαρακτήρα. (Ερωτικός).

Αντιφατική και με παλινωδίες εμφανίζονται οι απόψεις του φιλόσοφου Πλάτωνα. Σε ολόκληρο το πρώτο μέρος του έργου του Συμπόσιο, παρουσιάζει την ερωτική επιθυμία σχεδόν σαν αποκλειστικά ομοφυλόφιλη. Στο έργο αυτό περιέχεται η περίφημη απολογία του αντρικού έρωτα. Αν οι άντρες που έλκονται αυθόρμητα από άτομα του δικού τους φύλου καταλήγουν στο να παντρεύονται γυναίκες, αυτό συμβαίνει τυχαία, από λάθος και κάτω από την πίεση του περιβάλλοντός τους. Παίρνουν γυναίκα και κάνουν παιδιά γιατί υποχρεώνονται από τη συνήθεια, χωρίς να οδηγούνται σ' αυτό από τη φύση.

Στους Νόμους του ωστόσο, ο Πλάτων καταδικάζει την ομοφυλοφιλία στο όνομα της φύσης. Μια καλή νομοθεσία, προτείνει, πρέπει να απαγορεύει αυτή τη μορφή σχέσεων. Εκείνο που περισσότερο μέμφεται στην ομοφυλοφιλία είναι περισσότερο το αναιτιολόγητο της ηδονής, η ασέλγεια στην ηδονή (Ι, 636), η θορυβώδης αναζήτηση της ηδονής, παρά ο αντρικός έρωτας.

Επιφυλακτικός ήταν και ο Σωκράτης, ανησυχώντας περισσότερο για την εδραίωση μιας σχέσης ανάμεσα στην ομοφυλοφιλία και την αναζήτηση της σοφίας, της ηθικής ανάτασης, της επιδίωξης του καλού, αποκαλύπτοντας τη βούλησή του να δαμαστεί το άλογο στοιχείο του ερωτισμού.